Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Dream Theater - Black Clouds & Silver Linings


Ίσως η επιτυχία από την αποτυχία να χωρίζονται με μία λεπτή γραμμή που κανείς δεν μπορεί να διακρίνει. Όταν αναφερόμαστε σ' ένα μουσικό σχήμα, ίσως αυτή η γραμμή να αποτελεί μία στιγμή έμπνευσης που μπορεί να κάνει ένα κομμάτι, ή ακόμα κι ένα άλμπουμ αριστούργημα, και να διαχωρίζει τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος.

Όταν είσαι οπαδός μιας μπάντας, που σ' έχει κάνει να ταξιδέψεις, να ονειρευτής, να λησμονήσεις, αλλά πάνω απ' όλα να σκεφτείς, τότε αυτόματα αυτή η μουσική παρέα και τα δημιουργήματα της μπαίνουν στο μουσικό πάνθεον.

Δεν μιλάω τόση ώρα για κάτι ουτοπικό, αλλά για μία από τις πιο πολυσυζητημένες,πρωτοποριακές, αγαπημένες και παράλληλα αυτοκαταστροφικές μπάντες του πλανήτη. Οι Dream Theater τα έχουν όλα αυτά τα στοιχεία , γι' αυτό και λατρεύονται-μισούνται όσο λίγοι.

Ποιος δεν έχει πωρωθεί ακούγοντας τα 'Metropolis','Pull Me Under', 'Υou Not Me','As I AM' και 'Constant Motion'? Ποιος δεν έχει μελανχωλήσει με το 'Hollow Years'? Ποιος δεν έχει ονειρευτεί με το “Scenes From A Memory”?

Όλη αυτή τη μαγεία της μουσικής του, οι Αμερικάνοι έχουν βαλθεί τα τελευταία χρόνια και με τις κυκλοφορίες τους αλλά και με διάφορα τερτίπια τους να την αφανίσουν. Μέσα στη δεκαετία που τώρα φτάνει στο τέλος της, οι Theater έχουν βγάλει έναν αριστουργηματικό δίσκο, και ίσως κάπου εκεί τελείωσε η καλή περίοδος της μπάντας, 'Train Of Thought'(2003). Τα επόμενα άλμπουμ δεν έπεισαν, με το 'Systematic Chaos' να αποτελεί το σημείο παρακμής. Πολλοί φοβόντουσαν το χειρότερο με την κυκλοφορία της νέας τους δουλειάς. Ο τίτλος θυμίζει κάτι από παλιά, μόνο με το άκουσμά του. Θα είναι όμως αυτό που περιμένουμε?

Το πολύ καλό artwork στο εξώφυλλο, θυμίζει εποχές 'Awake', και οι τίτλοι των κομματιών επηρεάζουν ευχάριστα το όλο κλίμα. Το 'A Nightmare To Remember' ακούγεται και το intro του σε παρασύρει στοιχειώνονταν σου τη σκέψη, ότι καλύτερο για αρχή. Οι μελωδίες του κομματιού, οι heavy riff-ιες,, τα προσεγμένα σόλο, οι στιχουργικές αλχημείες ,τα “σπασίματα”και τα καλοδουλεμένα pads των πλήκτρων δημιουργούν μία επική ατμόσφαιρα που θυμίζουν και ξυπνάνε πολλά. Το πρώτο riff ακούγεται και το 'A Rite of passage' κάνει την εμφάνιση του. Ένα ωραίο παιχνίδισμα μπάσου-κιθάρας στην εισαγωγή, και η επιβλητικότητα της έμπνευσης Petrucci μαγεύει.“Since the new world order...Played upon our fears...Spreading accusations...Of radical ideas” ακούγεται να τραγουδάει ο James και η πώρωση συνεχίζεται με τα απίστευτα παπαδίστικα σόλο κιθάρας, με την wah να γεμίζει τον ήχο, με τα instrumental sections να κάνουν τη διαφορά. Απλά έπος. Μετά την έξταση ακολουθεί ίσως το μοναδικό αδιάφορο κομμάτι του δίσκου, 'Wither'. Τίποτα το ιδιαίτερο, απλά μία μπαλάντα για να πουλήσουν (τα λάθη των Theater που λέγαμε παραπάνω).

Τα καλύτερα ακόμα όμως δεν είχαν έρθει. Πολλοί έλεγαν για ένα κομμάτι του δίσκου, το πιο “old-school”, θυμίζοντας εποχές Kevin Moore, 'The Best of Times'. To intro μπαίνει και το συναίσθημα του βιολιού με την “γλυκιά” μελωδία των πλήκτρων, επιβεβαιώνει πολλά. Το lead-break έρχεται να δυναμώσει το ύφος και η αισιοδοξία ξεχειλίζει, όχι μόνο από τους στοίχους και τις ψαγμένες πινελιές του, αλλά και από το γεγονός ότι οι Dream Theater ξαναγεννήθηκαν. Το κομμάτι που ακολουθεί μπορεί να σας θυμίσει πολλά. Με το 'The Shattered Fortress', που είναι ένα medlay song, τελειώνει η 'Alcoholics Anonymous Suite' του Mike Portnoy. Το κομμάτι περιέχει αποσπάσματα των 'The Glass Prison', 'This Dying Soul', 'The Root of All Evil' και 'Repentance' από τα τέσσερα προηγούμενα άλμπουμ της μπάντας. Η μίξη στο πέμπτο και τελευταίο κομμάτι της “σουίτας” αφήνει πολύ καλές εντυπώσεις.

Σε κάθε τελευταίο χρονικά δίσκο τους, οι Theater είχαν και ένα κομμάτι που θύμιζε το ένδοξο παρελθόν τους. Αυτό το ρόλο παίζει το 'The Count of Tuscany'. Γι αυτό το κομμάτι πραγματικά δεν υπάρχουν λόγια. Το απίστευτα καλοδουλεμένο intro-solo με την ακουστική σου δίνει μία πρώτη γεύση. Τα lead-break καθηλώνουν, η ατμόσφαιρα μαγευτική,τα Pacman πλήκτρα του Jordan υπηρετούν το σκοπό τους, οι αλλαγές ρυθμού,μέτρου,φιλοσοφίας,τεχνικής κατάρτισης...Απλά δεν ξέρω πως να το περιγράψω. 19' : 16” δεν καταλαβαίνεις πως περνάνε. Το outro του κομματιού συγκινεί.

Ο κύκλος ολοκληρώθηκε, και οι Dream Theater επέστρεψαν. Δεν μπορώ να πω κάτι άλλο γι' αυτό το αριστούργημα. Θα τελειώσω με έναν παραλλαγμένο στοίχο από το δίσκο για το 'Black Clouds & Silver Linings', “This is the best of times “.


Δημήτρης Μπέλλος

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

Behemoth - Evangelion


Έχουν περάσει 5 χρόνια από το Demigod άλμπουμ των Πολωνών και 17 συνολικά από το πρώτο τους demo. Βάζω το demigod ως σημειο αναφοράς μιας και αυτό ήταν που τους καθιέρωσε εμπορικά αλλά και τους έδωσε την ευκαιρία να βάλουν αυτόματο πιλότο και απο τότε να κινούνται με ασφάλεια και ως ίσοι (πλέον) στα χωράφια των ηρώων τους.

Το Evangelion ειναι αυτό ακριβώς που περιμέναμε απο μια υπερ φορμαρισμένη μπάντα του επιπέδου των Behemoth. 40 λεπτά ακατάπαυστου, ριφάτου, βλάσφημου Death/Black metal εκτελεσμένου με τέτοιο τρόπο που να μπορείς να «μάθεις» το αλμπουμ με δύο ακροάσεις και να ανυπομονείς να ακούσεις τις κομματάρες του στο σανίδι.


Τα φωνητικά του Nergal ακούγονται περισσότερο ως προσταγές σε σκλάβους(Δείτε και σχετική φωτογράφηση της μπάντας), η δουλειά στις κιθάρες είναι αξιοθαύμαστη με κάθε κομμάτι να περιέχει τις απαραίτητες ανατολίτικες πινελιές που έχουν χαρακτηρίσει τη μπάντα μέσα στα χρόνια. Για τα δικά μου γούστα, φανταστική είναι η δουλειά που έγινε και στα leads αφού στρέφονται περισσότερο πρός τις παραδοσιακές metal αξίες και λίγότερο προς την επίδειξη τεχνικών ικανοτήτων.


Α, είναι και ο Inferno στα τύμπανα. Λοιπόν το παλικάρι δεν το έχει καθόλου!!!!
Αφου δεν έπεσε φωτια να με κάψει συνεχίζω με σοβαρότητα. Ο τύπος βάζει τον πύχη για ακόμα μια φορά πααααρα πολύ ψηλά για λοιπές ευρωπαικές δυνάμεις, και κοιτάζει στα μάτια τα θηρία απο USA μεριά. Δέος.

Η μπάντα ξεκινάει φουριόζα με το 'Daimonos', κλασικό Behemoth opening track με σούπερ ανατολίτικο κόψιμο στη μέση που οδηγεί σε ένα από τα καλύτερα σόλο του άλμπουμ. Το 'shemhamforash' που ακολουθεί κρατάει τις ταχύτητες ψηλά για να οδηγήσει στο φανταστικό 'Ov fire and the Void' (για το οποίο γυρίστηκε και ενα εξαιρετικό Video). Αργό πιασάρικο και σκοτεινό, ότι πρέπει. Το αλμπουμ κυλάει γρήγορα με τον Inferno να δίνει ρεσιτάλ extreme drumming το black metal παρελθόν της μπάντας να εμφανίζεται εδώ και εκεί (Alas lord is upon me, he who breeds pestilence) και τα σημεία που θυμίζουν Nile να ξεπηδάνε μέσα απο μερικά από τα πιο βαριά riff που έχει γράψει ο Nergal (Transmigration beyond realms ov Amenti, the seed ov I). Ο δίσκος κλείνει με το οχτάλεπτο 'Lucifer', στίχοι στα πολωνικά απλή δομή και πολύ χαμηλές ταχύτητες. Η ατμοσφαιρα του σε τραβάει αμέσως, ιδιαίτερο κομμάτι αλλά σίγουρα από τα καλύτερα του δίσκου.


Εν έτη 2009 οι Behemoth δεν επιχειρούν σε καμία περίπτωση να ανακαλύψουν το τροχό παίζουν εκ του ασφαλούς και διακρίνονται. Η μουσική μας πάντα είχε ανάγκη από σταθερές αξίες που δεν μας απογοητεύουν και αυτό ακριβώς είναι οι πολωνοι.


Στη τελική μου αρέσουν οι Behemoth, αυτός είναι ένας κλασικός τους δίσκος (στα σημεία ίσως ο καλύτερος), αν είστε και εσείς στα ίδια μήκη κύματος, επενδύστε.


Υ.Γ. Νομίζω ότι τόσο οι Behemoth μας χρωστάνε ένα live λόγω της τελευταίας τους ακύρωσης(το 2008 νομίζω), όσο και το ελληνικό κοινό χρωστάει μια πρέπουσα υποδοχή σε μια τόσο σπουδαία μπάντα, μήπως να σηκώσουμε κανα τηλέφωνο?ΜΗΠΩΣ?


Αντώνης Μπαφαλούκος

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Nightstalker - Superfreak


Με την τρίτη τους full-length δισκογραφική δουλεία τα δικά μας αλάνια, μας προσκαλούν στον δικό τους κόσμο. Ο Argy και τα υπόλοιπα δύο κακά παιδιά της stoner αποφάσισαν πάλι να μας κάνουν “κομμάτια”, με την μουσική τους .

Για όσους δεν γνωρίζουν την μπάντα, οι Nightstalker θεωρούνται από τους “δεινόσαυρους” της stoner στη χώρα μας, αλλά και γενικά την underground σκηνής. Από το 1989 που άρχισαν μέχρι και σήμερα, έχουν βγάλει τρία άλμπουμ και δύο demo, με το 'SideFx' (1994) να αποτελεί το πρώτο τους δημιούργημα. Ακολούθησαν σαν πρώτη ολοκληρωμένη δουλεία το 'Use'(1996),The Ritual(2000), ενώ το 2004 έβγαλαν το δεύτερο δίσκο τους, 'Just A Burn', με το ομότιτλο κομμάτι να τους καθιερώνει στην ελληνική σκηνή.

Το πλήρωμα του χρόνου έφτασε και μας φέρνει την τρίτη ολοκληρωμένη δουλεία της μπάντας με τίτλο 'Superfreak'. Ξέροντας ότι και πάλι θα μας κάνουν να γουστάρουμε τη ζωή μας. Εξάλλου οι Nightstalker ξέρουν το τρόπο . Το CD μπαίνει στο στέρεο και πάμε!!!

'The Science of Magic', και το ταξίδι στην ανεμελιά αρχίζει. Το χαλαρό mid-tempo intro μαγεύει με την κάθε νότα που ηχεί στα αυτιά. H κραυγή του Argy έρχεται να σε 'ξυπνήσει' και το “Enough Is Not Enough”, είναι αρκετό για να μας κάνει να εξτασιαστούμε. “Baby, God Is Dead” και η ατμόσφαιρα σε κάνει να το πιστέψεις. “Heavy Mental” με το 'ύπουλο' riff, να θες να πατήσεις το repeat και τα το ακούσεις μέχρι αηδίας.”Superfreak” και “The Pain Goes On”, με τους σπαραγμούς του Argy να ξεχωρίζουν και την μπασίλα να “γεμίζει το κεφάλι”. “Learn To Fly” η πρώτη χαλαρή στιγμή του άλμπουμ, και το “The Light” να κάνει την πρώτη “κοιλιά” . “The End Of War”,από τα highlights του δίσκου μαζί με “Zero Hero”, με τα “Stain” και “Gun” να συμπληρώνουν το άλμπουμ.

Το άλμπουμ χαρακτηρίζεται από την εξαιρετική παραγωγή, με τις κιθάρες σε μία τέλεια low-middle παράσταση, τη φωνή του Argy σε άριστο επίπεδο, την Geezerοειδή τεχνοτροπία στο μπάσο να κάνει την διαφορά στο δίσκο, και τα ντράμς να δίνουν τη δύναμη και τον τονισμό τους σε σωστά σημεία. Σαν παραγωγή είναι ότι καλύτερο έχει βγάλει μπάντα απ' τη χώρα μας.

Το ”Superfreak” στην τελική, κάποιος θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει σαν 'δυναμίτη' στο μουντό ελληνικό τοπίο της underground σκηνής.Οι Nightstalker απέδειξαν για άλλη μία φορά, ότι όχι μόνο αντέχουν στη σύγκριση και στο χρόνο, αλλά εξελίσσουν τη μουσική τους όσο περνάνε τα χρόνια. Δεν ήταν Just A Burn η φάση τελικά!


Δημήτρης Μπέλλος



Porcupine Tree – The Incident


Η διάσημη αγγλική progressive rock μπάντα, οι πασίγνωστοι πια Porcupine Tree επέστρεψαν με ακόμα έναν ιδιαίτερο δίσκο. Ύστερα απ’ το εντυπωσιακό Fear of the Blank Planet του 2007, θα περιμέναμε ύστερα από 2 χρόνια να ακούσουμε έναν δίσκο που θα βαδίσει στα ίδια μουσικά μονοπάτια χωρίς να προσφέρει κάτι καινούριο και πρωτότυπο. Εντούτοις , το The Incident, υπογραφή της μουσικής ιδιοφυΐας και ηγέτη της μπάντας, Steve Wilson αποδεικνύει ακόμη μία φορά ότι οι Porcupine Tree δεν έχουν “στερέψει” από ιδέες και ο oίστρος του Wilson ύστερα μάλιστα και απ’ τον συμπαθητικό πρόσφατο προσωπικό του δίσκο Insurgentes , είναι ανεξάντλητος! Κανείς βέβαια δε μπορεί να παραβλέψει και την συνεισφορά του άψογα τεχνικά drummer Gavin Harrison, που σε συνδυασμό με το συνθετικό μυαλό του Wilson, παράγουν το μουσικό αποτέλεσμα που ξεχωρίζει τους Porcupine Tree και τους κατατάσσει στη κορυφή της progressive πειραματικής rock σκηνής.

Ο τίτλος του δίσκου δεν είναι τυχαίος. Η έμπνευση του Wilson “περιστρέφεται” γύρω από ένα θανατηφόρο αυτοκινητιστικό δυστύχημα με αποτέλεσμα ενός δίσκου διαρκείας 55 λεπτών που περιγράφεται απ τον ίδιο ως «Ένας ελαφρώς σουρεαλιστικός κύκλος για ξεκινήματα και τελειώματα και την αίσθηση ότι , μετά από αυτά, τα πράγματα δεν θα ναι ποτέ τα ίδια ξανά». Αυτός είναι ο κύριος κορμός στιχουργικής θεματολογίας και μουσικής του νέου άλμπουμ, το οποίο ολοκληρώνεται στο δεύτερο μέρος του από 4 αυτοτελείς συνθέσεις του συγκροτήματος που δεν έχουν σχέση με το κύριο θέμα που διαπραγματεύεται.

Το κύριο μέρος του δίσκου (55λεπτό), έχει χωριστεί σε 14 κομμάτια που το καθένα αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου. Ύστερα από μια πρώτη ακρόασή του, διαπιστώνει κανείς ότι δεν πρόκειται για ένα άλμπουμ της κλάσης 'Fear of the Blank Planet' ή 'In Absentia', χωρίς να προσφέρει μουσικές συγκινήσεις όπως το μοναδικό και εντυπωσιακό “Αnesthetize”, η το αξέχαστο και πορωτικό “Wedding Nails”. Παρ’ όλα αυτά το The Incident έχει μια ιδιαίτερη δομή, με χαρακτηριστικό τη συνέχεια των κομματιών. Ο Wilson επίσης, δεν σταματάει και πάλι να πειραματίζεται και να συνδυάζει στοιχεία ηλεκτρονικής μουσικής, pop , βαριά metal riffs, ελαφριές μελωδίες και να παράγει ευχάριστο αποτέλεσμα.

Ξεκινώντας με “βαριά” metal μελωδία στο Occams Razor , μπαίνει το καταπληκτικό Blind House με τρομερό metal άκουσμα και απαλή μελωδία ταυτόχρονα καθιστώντας το ένα απ τα καλύτερα σημεία του δίσκου, όπως το Blackest Eyes απ’ το In Absentia. Ακολουθούν τα “μπαλαντιάρικα” Great Expectations, Kneel and Disconnect με ελαφριά μουσική, ευχάριστο solo κιθάρας στο πρώτο και πιάνο που “γαληνεύει” στο δεύτερο. Το Drawing The Line στη συνέχεια μας προϊδεάζει για ένα φοβερό ρεφρέν που δυστυχώς τελικά καταλήγει σε mainstream pop κομμάτι. Ακολουθεί το ομώνυμο κομμάτι The Incident, όπου ο Wilson συνδυάζει electro-ψυχελεδικά στοιχεία, metal βαριά κιθάρα, με ελαφριά κορύφωση. Ύστερα από 2 ακόμα απαλά σημεία του δίσκου, το Time Flies, θα αποτελέσει κομμάτι σταθμό του άλμπουμ. Η κιθάρα θα μας ταξιδέψει απευθείας στο Animals των Pink Floyd θυμίζοντας μας Dogs καθώς και Sheep σε κάποια break. H φανερή επιρροή του Steve Wilson απ’ τους Pink Floyd έχει ως αποτέλεσμα την αναβίωση ακουσμάτων της “τεράστιας” μπάντας σε ένα 11λεπτο κομμάτι με το μοναδικό ύφος του Wilson, o οποίος με τρομερή μουσική , ωραία φωνή και φοβερό σόλο κιθάρας, παράγει ένα καταπληκτικό αποτέλεσμα. Αξίζει επίσης να αναφερθούμε στα Octane Twisted και Circle of Maniacs, κομμάτια με metal επιρροές, εντυπωσιακά riffs και τέλεια συνοδευτικά drums του Harrison. Το κύριο μέρος του δίσκου κλείνει φανταστικά με το Drive the Hearse, τρομερή μπαλάντα, που ταξιδεύει, γαληνεύει και αποτελεί ίσως ένα απ τα καλύτερα σημεία του Ιncident.

Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει τα αυτοτελή Flicker, Bonnie the Cat, Black Dahlia, Remember me Love. Τα κομμάτια αυτά αποτελούν συνθέσεις του συγκροτήματος πριν το Incident και είναι άσχετα με τη θεματολογία του. To 20λεπτο Flicker δεν είναι τίποτα άλλο απ’ τα υπόλοιπα 3 κομμάτια μαζί. Κορυφαίο θα μπορούσε να θεωρηθεί το Bonnie the Cat λόγω της τέλειας metal κορύφωσης, με συνδυασμό από “ηδονικά” ανατολίτικα στοιχεία, πορωτικών βαριών metal riffs και εντυπωσιακά, δύσκολα και γρήγορα άψογα τεχνικά drums του εξαίσιου Gavin Harrison. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε επίσης τo dark, μελαγχολικό, ενδιαφέρον άκουσμα που λαμβάνουμε απ’ το Black Dhalia, χαρακτηριστικό του Wilson και το ταξιδιάρικο, ελαφρύ Remember me Love.

Συνολικά το The Incident αποτελεί άλλο ένα μοναδικό δίσκο σταθμό της καριέρας των Porcupine Tree και σημειώνει τεράστια επιτυχία. Είναι must για όλους τους οπαδούς της progressive και πειραματικής μουσικής αλλά μπορεί να ακουστεί ευχάριστα και απ’ τους περισσότερους hardcore metal οπαδούς. Για όσους σκέφτονται και δεν έχουν ακούσει Porcupine Tree ο δίσκος εντούτοις, θα πρέπει να μελετηθεί μετά τα Ιn Absentia, Fear of the Blank Planet για να γίνει κατανοητό το ιδιαίτερο μουσικό στυλ του συγκροτήματος. Ας ελπίσουμε ότι και στο μέλλον οι Porcupine Tree θα μας καταπλήξουν με νέα μοναδικά έργα, χωρίς να στερέψει το μουσικό τους ταλέντο και η έμπνευση τους!!!


Βασίλης Γολεμάτης

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

Megadeth – Endgame



Πολλοί λένε ότι το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Κάπως έτσι θα μπορόυσε να περιγράψει κάποιος την πορεία των Megadeth στη δεκαετία που τελειώνει. Με έναν από του καλύτερους δίσκους την metal σκηνής να “ στοιχειώνει” το παρελθόν της μπάντας (Rust In Peace), η συνέχεια δεν ήταν και η καλύτερη για την παρέα του Dave Mustaine . Με δύο πολύ καλούς δίσκους μετά το R.I.P., “Countdown to Extinction” (1992) και “Youthanasia” (1994), οι Αμερικάνοι μπήκαν στο πάνθεον των συγκροτημάτων της συγκεκριμένης σκηνής .


Η συνέχεια όμως δεν ήταν ανάλογη, η απομάκρυνση των Marty friedman, David Ellefson και Nick Menza, φαίνεται πως επηρέασαν την μπάντα , αφού πρώτα είχαν προηγηθεί ένα πολύ μέτριο “Cryptic Writings” (1997), και ένας δίσκος που ίσως δεν έπρεπε να βγει, “Risk”.


Με τις κριτικές να είναι κατά τους οι Megadeth μπήκαν στη νέα χιλιετία με διαφορετικό Line-up, με μοναδικό σύνδεσμο της παλιάς εποχής τον Dave Mustaine. Με ένα επίσης μέτριο άλμπουμ να κάνει την εμφάνισή του, "The World Needs a Hero" (2001), η μπάντα συνέχισε να κινείται στη μετριότητα, με το “The System Has Failedνα είναι ένα κλικ παραπάνω από τον προκάτοχό του, αλλά και αυτό σε μέτρια επίπεδα.


Οι περισσότεροι είχαν ξεγράψει την ελπίδα οι Megadeth να αναβίωναν κάτι από το μεγάλο τους παρελθόν, αλλά με την κυκλοφορία του “United Abomination”, άρχισε να φαίνεται “φώς στο τούνελ”. Με κομμάτια όπως τα Sleepwalker, Never Walk Alone...A Call to Arms, Gears of War, να θυμίζουν κάτι από το παρελθόν, φαινόταν πως το ποτάμι σιγά σιγά γύριζε πίσω.


Έτσι κάπως αρχίζει και η ιστορία του νέου δημιουργήματος της μπάντας, Endgame”. Ακούγοντας έναν Mustaine να κάνει υπερβολικές δηλώσεις, όπως “Θα είναι το καλύτερό μας άλμπουμ μετά το Rust In Peace”, μόνο επιφυλακτικός μπορείς να είσαι. Με την πρώτη δημοσιοποίηση των κομματιών και συγκεκριμένα του Head Crusher, στο μυαλό μου ήρθε μόνο μια σκέψη,”μέτριο”.Όμως ολοκληρωμένο το άλμπουμ με διέψευσε.


Το “Endgame” δεν μπορείς να το πεις “εύκολο” στην ακρόαση . Στην αρχή οι εντυπώσεις ήταν ανάμικτες, κυρίως αρνητικές, καθώς η ατμόσφαιρα που βγάζει το όλο σύνολο κουράζει. Τα περισσότερα κομμάτια είναι το ίδιο στιλ συνθετικά, ενώ το “speed king feeling', διέπει το δίσκο. Όμως με τις ακροάσεις , η γνώμη όπως και το feeling προς το δίσκο άλλαζε. Το “Endgame” έχει riffing που χρόνια έχουν να βγάλουν οι Megadeth ( This Day We Fight!, 1,320, Bite the Hand), μελωδίες που σου μένουν( 44 Minutes, How the Story Ends ), όμως όχι με την πρώτη ακρόαση, και down tempo κομμάτια όπως το “The Hardest Part of Letting Go...Sealed With a Kiss”.


Στον δίσκο επιστρέφει ένας σεληνιασμένος Mustaine, με τον σαρκασμό στο ύφος του να επιστρέφει μετά από πολλά χρόνια, αλλά και η “σκληρή του γλώσσα” στους στοίχους να κάνει την διαφορά. Ο νέος κιθαρίστας την μπάντας, Chris Broderick, δίνει το κάτι παραπάνω στα σόλο του κάθε κομματιού, κάνοντάς τα πολλές φορές “υπερβολικά”, όμως δίνει στοιχεία που έλειπαν πολλά χρόνια από τα κομμάτια των Megadeth, θυμίζοντας εποχές Friedman.


Η παραγωγή του “Endgame” είναι όπως πρέπει για το στιλ του δίσκου. Δυναμική, με τις κιθάρες να “ξύνουν ανελέητα τα αυτιά και το μυαλό του ακροατή, και τα ντραμς να συμπληρώνουν ιδανικά το όλο κλίμα. Μοναδική ¨παρατυπία” θα μπορούσε να πει κάποιος, την μουντή παραγωγή του μπάσου, που σχεδόν δεν ακούγεται στα περισσότερα σημεία του δίσκου.


Ίσως το “παιχνίδι να μην τελείωσε”, αλλά να ξεκινάει μία νέα πορεία για τους Megadeth, με φάρο το “Endgame. 'Έναν δίσκο που οι φαν, όχι μόνο της μπάντας, αλλά και την σκηνής πρέπει να ακούσουν. Οι νέοι Megadeth είναι εδώ. Rust in peace 00's.


Δημήτρης Μπέλλος